6 Αυγούστου …
Ανάμνηση Οπτασίας Σοφιανής …
Σε κάποια περιοχή πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως που ονομάζεται Άβυδο , κατοικούσε ένας Ορθόδοξος και Ευλαβής Χριστιανός , με την Ενάρετη και θεοφιλή σύζυγο του Σοφιανή το 1607 μ.Χ. …
Ασθένησε η Σοφιανή , παρέμεινε στο κρεββάτι της είκοσι ημέρες , χωρίς να μπορεί να σηκώσει ούτε το κεφάλι της , κατά την δύση του ηλίου της 3ης Αυγούστου , άπλωσε τα χέρια της στον ουρανό , φάνηκε σαν να εξέπνευσε …
Οι συγγενείς της ετοίμαζαν την Ταφή , διεπίστωσαν ότι κάτω από τον αριστερό μαστό της , το μέρος εκείνο ήταν θερμό , η κατά σάρκα αδελφή της , μέσα στην απελπισία και τον πόνο της , πήρε κρύο νερό , ράντισε Την Σοφιανή η οποία συνήλθε λέγοντας της …
Καλλίτερα να μην είχες έρθει αδελφή μου , περισσότερη ζημία μου προξένησες , παρά ζωή πρόσκαιρη , οι φωνές σου με εξέβαλαν από τον Φωτεινό Παράδεισο και την ανέκφραστη Δόξα Του Θεού που απολάμβανα , έπρεπε όταν με είδες νεκρή , να χαιρόσουν περισσότερο και να ευχαριστούσες Τον Θεό , παρά τώρα όπου με βλέπεις και έζησα …
Της ζήτησαν οι παρευρισκόμενοι να διηγηθεί τα Μυστήρια Του Θεού που είδε στην άλλη ζωή , εκείνη ζήτησε Πνευματικό να τα Εξομολογηθεί , εάν εκείνος κρίνει ότι είναι εύλογο , να τα μάθουν και άλλοι …
Ο Πνευματικός Ιερόθεος Κουκουζέλης , Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου , ο οποίος με Πατριαρχική προσταγή πήγε να Εξομολογήσει Την Σοφιανή …
Η οποία διηγήθηκε τα εξής , Καθώς σηκώθηκα , κάθισα στο κρεββάτι μου , λιποθύμησα , βλέπω μπροστά μου ένα αστραπόμορφο Νεανία , ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσό δοχείο γεμάτο νερό , μου είπε , Σοφιανή γνωρίζω ότι έχεις μεγάλη δίψα , η καρδιά σου φλέγεται από την ασθένεια , αν πιείς αυτό το Ζώο πάροχο νερό , θα υγιαίνεις στην ψυχή , στο σώμα και θα έχεις παντοτινή χαρά …
Ακούγοντας σκίρτησα από χαρά , τίποτε δεν ήθελα παρά να βλέπω εκείνο τον Νέο , όταν έλαβα το ποτήρι στα χέρια μου για να το πιώ , δεν ξέρω πως , αρπάχτηκα από την ζωή , επί τρία ημερονύκτια έλειπα από το σώμα , η δε ψυχή μου ακολούθησε εκείνο Τον Νέο και ανεβαίναμε στον ουρανό …
Περάσαμε επτά σφαιροειδείς κύκλους του ουρανού μέσα σε σκότος βαθύ , φθάσαμε σε ένα Φωτεινό τόπο , εκεί βρίσκονταν δύο ψηλές Θαυμαστές Πύλες , η δεξιά ήταν κατασκευασμένη από καθαρό χρυσό και πολύτιμους λίθους , ενώ η αριστερά από χαλκό και αναμμένο σίδερο , που φαινόταν σαν φλογεροί άνθρακες , γύρω από αυτήν στέκονταν πλήθος από φρικωδέστατους οπλισμένους γίγαντες , που φύλαγαν την Πύλη , εγώ έμεινα άφωνη από τον φόβο μου …
Μου λέει ο οδηγός μου , βλέπεις αδελφή αυτές τις Πύλες , είναι οι Πύλες της Δικαιοσύνης , η χρυσή είναι της Βασιλείας Των Ουρανών , η σιδερένια της κολάσεως των αμαρτωλών , ανεβήκαμε ψηλότερα σε Φωτεινότερο τόπο , όπου στέκονταν άπειρα πλήθη Φωτοφόρων ανδρών , των οποίων οι θέσεις δεν ήταν όλες σε ένα τόπο , αλλά άλλου ήταν ψηλότερα και αλλού χαμηλότερα …
Τότε ο οδηγός μου με τοποθέτησε ανάμεσα στους Αγγέλους λέγοντας μου , Σοφιανή εδώ σκύψε και Προσκύνησε , τότε εγώ έσκυψα , Προσκύνησα με φόβο , Εκείνος πάλι με σήκωσε και μου είπε , στάσου εδώ να γνωρίσεις τα τεράστια της Δευτέρας Παρουσίας Του Κυρίου , είδα ένα Πύρινο , Λαμπρό και Βασιλικό Θρόνο , κάτω από τον οποίο ήταν ένα ανθρώπινο χέρι , το οποίο κρατούσε μία ζυγαριά …
Γύρω από αυτόν τον Θρόνο , στέκονταν Αναρίθμητα πλήθη Αγγέλων , οι οποίοι ανέβαιναν από την οδό που ήρθα και εγώ , μεταφέροντας ψυχές ανθρώπων , ανδρών , γυναικών και παιδιών , όταν τις ανέβαζαν , έλεγαν , Προσκυνάτε εκείνες οι ψυχές , Προσκυνούσαν όπως έκανα και εγώ …
Επάνω στον Θρόνο , μέσα σε Φωτεινές Νεφέλες , καθόταν Ο Δεσπότης Χριστός , ενδεδυμένος ένα γαλάζιο πορφυρό ένδυμα , από την δυνατή Λάμψη του προσώπου του , δεν μπόρεσα να τον ατενίσω , Οι παριστάμενοι Άγγελοι έψαλλαν , Άγιος , Άγιος , Άγιος , Κύριος Ο Ὢν καὶ προὼν καὶ φανεὶς ὡς ἄνθρωπος Θεός , ἐλέησον τὸ πλάσμα σου …
Άλλοι Αγγελικοί χοροί έψαλλαν , Άγιος , Άγιος , Άγιος Κύριος Σαβαὼθ πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς Δόξης σου , εκείνοι που ήταν μαζί μας έψαλλαν , Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἄνθρωποις εὐδοκίᾳ , άλλοι δε έψαλλαν το , Αλληλούια ανά τρείς φορές , ενώ άλλοι το , Αμήν , Αμήν , Αμήν και ουδέποτε έπαυαν την Δοξολογία τους …
Από τα δεξιά Του Χριστού στεκόταν η Θεοτόκος , αριστερά Ο Τίμιος Πρόδρομος , όπως τους Εικονίζουν οι Αγιογράφοι , Οι Άγγελοι όταν τελείωναν την Δοξολογία τους , Προσκυνούσαν Τον Κύριο κλίνοντας τις κεφαλές τους , Ο Κύριος ύψωνε τα άχραντα χέρια του και τους Ευλογούσε …
Από τα Δεσποτικά δάκτυλα των χεριών του , έπεφταν ποταμηδόν πολύτιμοι λίθοι και μαργαρίτες , ρώτησα τον οδηγό μου , τι είναι αυτά τα Μυστήρια , εκείνος μου είπε , Σοφιανή τους μαργαρίτες και τους πολύτιμους λίθους που πέφτουν από το δεξί χέρι Του Δεσπότου κατέρχονται στη γη …
Αυτοί είναι το άφατο Έλεος του , η άπειρος Αγάπη την οποία έχει προς το γένος των ανθρώπων , των Ορθοδόξων Χριστιανών , για αυτό πέμπει την Ευλογία του στα σπίτια των αγαθών Ορθοδόξων Χριστιανών , που Φυλάτουν απαρασάλευτη την Πίστη σε Αυτόν και σε όσους Εξομολογούνται καθαρά τις αμαρτίες τους , εφαρμόζουν τις Θείες Εντολές και απέχουν από τα θελήματα του διαβόλου , όλους αυτούς τους Ευλογεί και τους Λυτρώνει από κάθε κακό , αυτοί που ελεούν και αγαπούν τον πλησίον τους , απολαμβάνουν ζώντες αυτές τις Ευλογίες , μετά τον θάνατο τους κληρονομούν την εδώ διαμονή και Μακαριότητα …
Οι Φλογοειδείς πύρινοι κόμποι που πέφτουν από το αριστερό του χέρι σημαίνουν τον θυμό , την οργή και την αγανάκτηση του , για αυτούς που κάνουν αμαρτωλή ζωή και αδικούν τον πλησίον τους , αυτοί όχι μόνο στερούνται την πρόσκαιρη ζωή , παραπέμπονται στο αιώνιο πυρ για να κολάζονται με τους ακάθαρτους δαίμονες , αριστερά από τον Θρόνο και την ζυγαριά διακρινόταν μέγα χάσμα , από το οποίο εξερχόταν αφόρητη δυσωδία , θειαφώδης αύρα καπνού , αναρίθμητες σπαρακτικές φωνές ανθρώπων , που συνεχώς φώναζαν , οὐαὶ καὶ τὸ ἀλλοίμονο …
Οι Άγγελοι έφερναν τις ψυχές των ανθρώπων από την γη , αφού Προσκυνούσαν , τις οδηγούσαν σε εξέταση όλων των έργων τους που έκαναν στη γη , τα μεν καλά τα έθεταν στο δεξί μέρος της ζυγαριάς , τα δε πονηρά στο αριστερό της , τις σωσμένες και Άγιες ψυχές έδινε Εντολή Ο Χριστός και τις οδηγούσαν Οι Άγγελοι στον τόπο που βρισκόταν η Χρυσή Πύλη , ενώ τις αμετανόητες και αμαρτωλές ψυχές , τις έριχναν στο χάος της αβύσσου …
Οι Άγγελοι χαιρόντουσαν και ευφραινόντουσαν για τις σωσμένες ψυχές , ενώ λυπόντουσαν και σκυθρώπαζαν για τις κολασμένες , εκείνη την στιγμή έφεραν Οι Άγγελοι μία ψυχή , της οποίας πλεόναζαν οι αμαρτίες της , από τα αγαθά της έργα , επρόκειτο Ο Κύριος να κάνει νεύμα στους Αγγέλους να την ρίξουν στο χάος , τότε παρουσιάσθηκε η Κυρία Θεοτόκος και ο Τίμιος Πρόδρομος …
Παρακαλούσαν Τον Κύριο λέγοντας ,
Οι οικτιρμοί σου , Μακρόθυμε , νικούν την οργή σου , αν και είναι αμαρτωλή αυτή η ψυχή , δεν έπαυσε να Φυλάγει την Αληθινή σε σένα Πίστη , για αυτό σε Ικετεύομε να την συγχωρήσεις , τότε ήλθαν Οι Άγγελοι προβάλλοντας τις ελεημοσύνες , τις Λειτουργίες , τα κεριά , το λάδι , τις προσφορές και τα Μνημόσυνα τα οποία έκανε …
Ανέβηκαν και οι Προσευχές των Ιερέων , οι οποίοι Λειτουργούσαν για αυτή την ψυχή , οι αγαθοεργίες των γονέων και συγγενών της , που προσφέρθηκαν στους πτωχούς για την ανάπαυση της , ακούσθηκαν οι Δεήσεις των πτωχών , που έλαβαν τις ελεημοσύνες από τους συγγενείς της , λέγοντας , Ὁ Θεός να την συγχωρήσει , τότε ακούσθηκε η Φωνή Του Δεσπότου να λέει , ιδού για την Δέηση των Ιερέων μου και των αδελφών μου των πτωχών , δίνω συγχώρεση σε αυτή τη ψυχή …
Επρόκειτο να νεύση Ο Κύριος με το δεξί του χέρι , να βάλουν Οι Άγγελοι την ψυχή αυτή μαζί με τούς δικαίους , έφθασαν στο Θρόνο του οι οδυρμοί , οι φωνές , τα μοιρολογήματα , οι αγανακτήσεις των γονέων της και οι βλασφημίες κατά Του Θεού , τις οποίες έλεγαν επηρεασμένοι από την θλίψη τους , έτσι εξ δήλωναν την απιστία τους …
Στο ενδέκατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως , Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν , Ο Κύριος είπε , επειδή δεν αρκέστηκαν στις Δεήσεις των Ιερέων μου , αντιμάχονται εναντίον μου , να σηκώσετε αυτή την ψυχή και να την ρίξετε στο σκότος το εξώτερο , Οι Άγγελοι λυπήθηκαν για αυτή την ψυχή , κάνοντας υπακοή στον Χριστό , πήραν την ψυχή και την έριξαν στο αχανές εκείνο βάραθρο της κολάσεως …
Τότε τόλμησα και εγώ η ταλαίπωρη να ρωτήσω , γιατί Κύριε μου λυπούνται τόσο πολύ Οι Άγγελοι , όταν ρίχνεται κάποια ψυχή στο βάραθρο της κολάσεως , Εκείνος μου είπε , αυτό το χάος είναι εκείνο που χωρίζει τους δικαίους από τους αμαρτωλούς και βυθίζει όσους πέσουν στον αφώτιστο αυτό τόπο του Άδου , στον οποίο κολάζονται αιωνίως , εάν έχουμε όλοι χαρά για τους σωσμένους , πολύ περισσότερο έχουμε λύπη για αυτούς που κολάζονται …
Ακούω ξαφνικά μεγάλο θόρυβο , ερχόντουσαν Άγγελοι φέροντες μία ψυχή με ψαλμωδίες , θυμιάματα , λαμπάδες και φωτοχυσίες , αυτή η ψυχή ερχόταν με πολλή χαρά , παρρησία , οι ψυχές των δικαίων ήλθαν για να την προϋπαντήσουν , είχε η μακαρία αυτή ψυχή το ένδυμα της λευκό και καθαρό σαν τον ήλιο , δεν έφερε καμία κηλίδα η στίγμα αμαρτίας , όπως είχαν οι άλλες ψυχές , το ένδυμα αυτό ήταν η στολή του Αγίου Βαπτίσματος , το οποίο φύλαξε αμόλυντο και για αυτό Έλαμπε τόσο πολύ …
Αυτή η ψυχή Προσκύνησε όπως όλες , Οι Άγγελοι βόησαν μεγαλόφωνα λέγοντας , σε Ευχαριστούμε Παντοκράτωρ Δέσποτα , διότι είδαμε ψυχή δικαίου καθαρή και αμόλυντη από την αμαρτία , τότε ακούσθηκε βροντώδης η Φωνή Του Δεσπότου , πάρετε αυτή και να την αναπαύσετε μαζί με Τους Αγίους …
Έπειτα στρέφοντας τον Λόγο του και το χέρι του προς εμένα , είπε , να οδηγήσετε και Την Σοφιανή στις κατοικίες και Μονές Των Αγίων μου , για να τις δει , όμως την αναζητούν πολλοί στον κόσμο , για αυτό να την επιστρέψετε στο σώμα της , για να σωθούν και άλλοι από την εξιστόρηση αυτής της Οπτασίας που Αξιώθηκε εδώ να δει , αν αγωνισθεί να αποκτήσει και άλλες Αρετές και ευδοκιμήσει τελείως , τότε θέλει να Αξιωθεί μετά από τρεις χρόνους να απολαύσει μεγαλύτερες Τιμές …
Μετά τον Λόγο Του Δεσπότου , με άρπαξε Ο Άγγελος και ακολουθήσαμε εκείνη την δικαία ψυχή , ενωθέντες με άλλες σωσμένες ψυχές , φθάσαμε μπροστά από την Χρυσή Πύλη του Παραδείσου , ξαφνικά είδα μπροστά μου Την Κυρία Θεοτόκο με ανέκφραστη Δόξα , μαζί της ήταν Ο Απόστολος Πέτρος , ο οποίος κρατούσε στα χέρια του κλειδιά , άνοιξε την ωραία εκείνη Πύλη και μπήκε πρώτη η Θεοτόκος , κατόπιν ο Πέτρος και μετά Οι Άγγελοι με τις ψυχές που μετέφεραν , με αυτούς πήγα και εγώ …
Ο τόπος αυτός ήταν τόσο Φωτοστόλιστος και Πανευώδης , θαύμαζα και χαιρόμουν ανεκδιήγητα , το έδαφος δεν έμοιαζε με την γη τη δική μας , η οποία έχει ανηφόρες , κατηφόρες , πέτρες , ποτάμια και όσα άλλα βλέπουμε , ήταν λευκή σαν το καθαρό βαμβάκι η σαν χρυσό ύφασμα στολισμένο με ποικίλους πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια …
Είδα δένδρα ψηλά , ευώδη , κατάφορτα από άνθη και ωραιότατους καρπούς , που έμοιαζαν με ρόδα και κρίνα , κάτω από τα δένδρα φαίνονταν ότι ήταν χρυσοπόρφυρα στρώματα , επάνω στα οποία αναπαύονταν άνδρες , γυναίκες και παιδιά , μεταξύ των οποίων γνώρισα πολλούς από την πατρίδα μου την Άβυδο , οι οποίοι είχαν πεθάνει , είδα τον Ιερέα πατέρα μου Ιωάννη , την μητέρα μου Αναστασία και μία αδελφή μου , όμως δεν μπόρεσα να τους πλησιάσω και να τους μιλήσω , οι κατοικίες τους δεν ήταν όμοιες , όπως ήταν οι Αρετές και τα έργα τους εδώ στη γη …
Βαδίζοντας προς τα εμπρός είδα Τους Αγίους , οι οποίοι ήταν σε ψηλό Φωτεινότερο τόπο , περιπατούσαν όλοι λευκό φορεμένοι ενδεδυμένοι με Λαμπρότατο Φως , αναρωτιόμουν ποιοι να είναι άραγε αυτοί , στράφηκε η Θεοτόκος προς εμένα και μου είπε , Σοφιανή βλέπεις τις Αναπαύσεις Των Αγίων , βάδιζε γρήγορα να προφθάσεις να Προσκυνήσεις τον Δίκαιο Αβραάμ , διότι δεν θα τον δεις καθώς το Ποθείς , τότε έτρεξα , είδα να κάθεται σε ένα ωραιότατο Θρόνο , γύρω του αναρίθμητες ψυχές με πολλή ευφροσύνη και χαρά , με είδε Εκείνος και μου ένευσε να τον πλησιάσω …
Παίρνοντας Θάρρος έτρεχα για να τον φθάσω , εκείνη την στιγμή άκουσα τις φωνές της αδελφής μου , με το κρύο νερό ράντισε το πρόσωπο μου , επανήλθα στον εαυτό μου , αισθάνθηκα μεγάλο βάρος και ψυχρότητα στο σώμα μου , σαν να ήταν πάγος , σιγά – σιγά εμψυχώθηκε το σώμα και συνήλθα τελείως …
Άκουσε με προσοχή ο Πνευματικός της , την αφήγηση , την ρώτησε , είδες κανένα άλλο Μυστήριο παιδί μου , είδες δαιμόνια τελωνειακά , κολάσεις αμαρτωλών , όπως βλέπουν πολλοί άλλοι , η Σοφιανή απάντησε , δεν είδα Πάτερ μου , γνωρίζεις κανένα αγαθό που να έπραξες στην ζωή σου , τι καλό ζητείς από εμένα την αμαρτωλή , επειδή με αναγκάζεις θα σου πω αυτό που γνωρίζω …
Πριν τρία χρόνια εκεί που έγνεθα στο πατρικό μου σπίτι , μία μεσημβρία άκουσα μεγάλη βοή και ταραχή , σαν να συνέβαινε σεισμός , τότε βλέπω με τα μάτια μου τρεις Ιεροπρεπείς άνδρες με Αρχιερατικές στολές , οι οποίοι καθώς γνωρίζω από τις Εικόνες τους , ήταν Οι Τρείς Ιεράρχες , Ο Μέγας Βασίλειος , Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος , εγώ παρέλυσα από τον φόβο μου , έκανα τον Σταυρό μου , τους Προσκύνησα με μεγάλο φόβο , Εκείνοι τότε μου είπαν , μην φοβείσαι Σοφιανή , εμείς είμαστε οι Τρεις Ιεράρχες , θέλουμε να Αφιερώσεις στον Θεό το σπίτι σου , για να γίνει Εκκλησία στο όνομα μας και Εμείς θα Πρεσβεύουμε για την Σωτηρία σου …
Εγώ τόλμησα και τους είπα , Άγιοι Δεσπόται μου , είναι αυτό το σπίτι κατάλληλο για Δοξολογία Θεού και κατοικία δική σας , εμείς είμαστε πτωχοί άνθρωποι , δεν έχουμε τον τόπο να κάνουμε Εκκλησία , όπως ορίζετε , δεν γνωρίζω και την γνώμη του συζύγου μου , ακόμη και αν θα μπορέσουμε να πάρουμε Βασιλική άδεια για την Ανοικοδόμηση αυτής της Εκκλησίας , Εκείνοι μου είπαν , μην στενοχωριέσαι που είναι ο χώρος ακάθαρτος και κοπρώδης , ούτε να φοβάσαι για την Βασιλική άδεια , φρόντισε εσύ να μας τον Αφιερώσεις , εμείς όλα τα άλλα θα τα τακτοποιήσουμε , την παλαιά εποχή ο αχυρώνας αυτός ήταν Ναός δικός μας , αν αμελήσεις και δεν κάνεις , όπως σου λέγομε , θα παρακαλέσουμε Τον Θεό να σου αφαιρέσει την ζωή σου ως παρήκοοι …
Οι Άγιοι έγιναν άφαντοι , το βράδυ ήλθε ο άνδρας μου , του ανήγγειλα όλα τα γενόμενα , μετά από τρείς ημέρες , μετά το απόδειπνο και την μικρή Προσευχή μας , φάνηκαν πάλι Οι Άγιοι με σεισμό και μου είπαν μεγαλόφωνα , Σοφιανή γιατί δεν έκανες αυτό που σε ορίσαμε και μέλλεις να πεθάνεις με αιφνίδιο θάνατο , λέω του ανδρός μου , ακούς τι Προστάζουν Οι Άγιοι , αυτός αποκρίθηκε και είπε , Άγιοι μου τα είπε όλα η γυναίκα μου , είμαστε πτωχοί και δεν έχουμε τα μέσα , φοβούμεθα την εξουσία του κράτους , για αυτό δεν κάναμε τίποτε , επειδή όμως ορίζετε να τον Αφιερώσουμε στον Θεό και την Αγιοσύνη σας , από σήμερα να γίνει δικός σας ο τόπος αυτός …
Οι Άγιοι του είπαν , αύριο το πρωί θα σκάψεις μέσα στον αχυρώνα , θα βρεις μάρμαρα , Σταυρούς και την Αγία Τράπεζα , θα πεισθείς έτσι στα λόγια μας , πήγαινε στον Σουλτάνο , ζήτησε του την άδεια και εμείς θα τον πείσουμε να σας την δώσει , Οι Άγιοι αναχώρησαν , την νύκτα την περάσαμε με Δοξολογίες στον Θεό , το πρωί ανακοινώσαμε το γεγονός στους συγχωριανούς μας , όλοι έτρεξαν με σκαπτικά εργαλεία να βοηθήσουν στο σκάψιμο , βρήκαμε την Αγία Τράπεζα από λευκό μάρμαρο και άλλα Εκκλησιαστικά αντικείμενα που ήταν χωμένα , πήραμε με ευκολία την άδεια από τον Σουλτάνο και άρχισε η Ανοικοδόμηση της Εκκλησίας …
Είχαμε μερικά χωράφια , τα πουλήσαμε και αγοράσαμε διάφορα αναγκαία πράγματα για την Εκκλησία , τελείωσαν οι δουλειές , με Πατριαρχική Άδεια , ήρθε ο Άγιος Μητροπολίτης Κίτρους και την εγκαινίασε , κατόπιν φύγαμε από το χωριό μας , εγκατασταθήκαμε στην Κωνσταντινούπολη βρήκαμε σπίτι με ενοίκιο , σε παρακαλώ Άγιε Πνευματικέ μου , να πείσεις τον άνδρα μου , να μου επιτρέψει να γίνω Μοναχή , για να κλάψω τις αμαρτίες μου , αυτά τα τρία έτη που μου υποσχέθηκε Ο Κύριος , ότι θα μείνω ακόμη σε αυτή τη ζωή …
Ο Πνευματικός της ακούγοντας αυτά , είπε στον άνδρα της να μην την εμποδίσει να πραγματοποιήσει τον διακαή της Πόθο , εκείνος του είπε ότι μετά από δυο χρόνια θα πάνε μαζί στους Αγίους Τόπους , να Προσκυνήσουν τα Ιερά Προσκυνήματα και να Αφιερωθούν στον Θεό , πούλησαν τα υπάρχοντα τους και έφυγαν για τα Ιεροσόλυμα , Εξομολογήθηκαν τα πάντα στον Πατριάρχη Σωφρόνιο , Κοινώνησαν Των Αχράντων Μυστηρίων , η Σοφιανή πήγε σε Μοναστήρι και έγινε Μοναχή με το όνομα Σωφρονία , ο άνδρας της πήγε σε ανδρικό Μοναστήρι και από Χρήστος ονομάσθηκε Χαρίτων …….
Απολυτίκιο …
Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός , δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου , καθὼς ἠδύναντο , Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς , τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον , πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου , φωτοδότα δόξα σοι …….








