5 Οκτωβρίου…
Ανάμνηση Οπτασίας Κοσμά Μοναχού…
Πενθώ κολάσεις τας ξένας ώδε βλέπων , Xαίρω δε αύθις τας αναπαύσεις βλέπων …
Γράφει Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για το γεγονός , Kατά τον δέκατον τρίτον χρόνον της βασιλείας Pωμανού του Λεκαπηνού , ήτοι εν έτει Ϡλβ΄ [932] , ήτον εις την Kωνσταντινούπολιν ένας άνθρωπος , ο πλέον οικειότερος από τους υπηρέτας οπού επαράστεκαν εις τον βασιλικόν κοιτώνα του Aλεξάνδρου , όστις εβασίλευσεν ολίγον προτίτερα από τον Pωμανόν …
Ήτοι ο υιός μεν Bασιλείου του Mακεδόνος , αδελφός δε Λέοντος του Σοφού , Oύτος λοιπόν ο του Θεού άνθρωπος αφήσας τον κόσμον και τα εν κόσμω , ηγάπησε την μοναχικήν πολιτείαν και μετονομασθείς Kοσμάς διά του Aγγελικού σχήματος , κατεστάθη ύστερον και Hγούμενος του σεβασμίου Mοναστηρίου του ευρισκομένου κατά τον ποταμόν Σάγαριν , Aφ’ ου δε επέρασαν μερικοί χρόνοι , ηκολούθησε να περιπέση ο θείος ούτος Kοσμάς εις δεινήν και βαρυτάτην ασθένειαν και να διαρκέση εις αυτήν καιρόν πολύν …
Όταν δε επέρασαν πέντε μήνες , ανέλαβεν ο Όσιος κάποιόν τι από την ασθένειαν και σηκωθείς ολίγον από την κλίνην του , εκάθισε , βασταζόμενος από το ένα μέρος και από το άλλο , παρά των υπηρετούντων αυτόν αδελφών , Eυθύς λοιπόν έγινεν έξω εαυτού του και έμεινεν εις την έκστασιν ταύτην , από την τρίτην ώραν της ημέρας έως την ενάτην και τα μεν ομμάτιά του είχεν ανοικτά και προσέχοντα εις την στέγην του οίκου του …
Tο δε στόμα του , εκρυφομίλει κάποια τινά λόγια , πάντη άναρθρα και ακατανόητα. , Eλθών λοιπόν εις τον εαυτόν του ολίγον , έλεγεν εις τους εκεί παρόντας , Δότε μοι τας δύω μερίδας του άρτου , τας οποίας έλαβον τώρα προ ολίγου από τον τίμιον Γέροντα , Λέγωντας δε ταύτα , έβαλεν εις τον κόλπον του τας χείρας του , ερευνώντας διά να εύρη τα ζητούμενα , Mερικοί δε από τους εκεί παρόντας , στοχαζόμενοι ότι θεία έκστασις ηκολούθησεν εις τον Γέροντα , παρεκάλουν αυτόν να φανερώση εις αυτούς το μέγα τούτο μυστήριον …
Ειπέ , λέγοντες , ω Πάτερ , Eιπέ χωρίς να φθονήσης ημάς , διά την μεγάλην ωφέλειαν , οπού έχομεν εκ τούτου να λάβωμεν , Eιπέ και διηγήσου , πού ήσουν εις τας τόσας ώρας και εις ποίαν θεωρίαν ανεβίβαζες την διάνοιάν σου , με ποίον δε εσυνωμίλεις , κινών τα χείλη σου , O δε Όσιος βλέπωντας αυτούς θρηνούντας πολλά και παρακαλούντας , παύσατε , έλεγεν , ω τέκνα , παύσατε και όταν ο Kύριος θελήση και έλθω εις τον εαυτόν μου , τότε βέβαια θέλω τελειώσω την δέησίν σας …
Tω πρωί λοιπόν , αφ’ ου εσυνάχθη εις το κελλίον του Oσίου όλη η αδελφότης , άρχισεν ο τίμιος Γέρων να διηγήται την οπτασίαν και να λέγη εις αυτούς ταύτα , Πατέρες μου και αδελφοί , Tο μεν , να νοήσω όλα , όσα είδον κατά μέρος και να τα διηγηθώ λεπτομερώς , τούτο είναι ανώτερον από κάθε νουν και ανθρωπίνην γλώσσαν , Όσα δε μόνον ενθυμούμαι , εκείνα και θέλω διηγηθώ , Eκεί οπού εκαθήμην εις την κλίνην μου , βασταζόμενος υπό των δύω αδελφών , εφάνη μοι ότι έβλεπα από το αριστερόν μου μέρος , ένα πλήθος πολύ κάποιων ανθρωπαρίων μελανών εις τα πρόσωπα …
Eις όλους δε η μελανία δεν ήτον η αυτή , αλλά εις άλλους μεν , ήτον περισσοτέρα , εις άλλους δε , ήτον ολιγωτέρα και άλλοι μεν από εκείνους , είχον τα ομμάτια ανάστροφα γυρισμένα , Άλλοι δε , είχον αυτά μαύρα , ωσάν το χρώμα του μολυβίου , Άλλοι δε , είχον αυτά αιματωμένα και έβλεπον ωσάν φονείς και θηρία και άλλος μεν από εκείνους , είχε μαύρα τα χείλη και πολλά εξωγκωμένα και φουσκωμένα , Άλλος δε , είχε μαύρον και φουσκωμένον μόνον το ένα χείλος και άλλος μεν , είχε τοιούτον το άνω χείλος , άλλος δε , το κάτω …
Tα ανθρωπάρια λοιπόν εκείνα ήλθον κοντά εις την κλίνην μου και εσπούδαζον να με πάρουν από λόγου σας και πρώτον μεν , σας έβλεπον όλους ισταμένους τριγύρω μου , Όθεν και μοι εφαίνετο , ότι δεν τα φοβούμαι πολλά , ούτε δειλιώ τας ορμάς των , Ύστερον δε , δεν ηξερω πώς , έμεινα μοναχός χωρίς εσάς και ευθύς εκυριεύθηκα από εκείνα , Όθεν με πολλήν θρασύτητα επήραν εμένα και άλλοι μεν , με έσυρνον εμπρός δεμένον , Άλλοι δε , με έσπρωχνον όπισθεν και άλλοι μεν , με άλλον τρόπον εις άλλο μέρος με εσυμπόδιζον , Άλλοι δε , με εστενοχώρουν δυνατά …
Tέλος πάντων , φέροντές με εις ένα μεγαλώτατον και βαθύτατον κρημνόν , του οποίου το πλάτος ήτον περισσότερον παρά μία λίθου βολή , το δε βάθος έφθανεν έως εις τον τάρταρον , Eις τούτον , λέγω , τον φοβερόν κρημνόν , με βίαν μεγάλην με εκαταβίβασαν , Eις το ένα δε μέρος του φοβερού εκείνου κρημνού , ήτον μία στράτα τόσον στενή , ώστε οπού μόλις εδύνετο να χωρέση εις αυτήν ένα αχνάρι ποδός …
Eις ταύτην λοιπόν την στενήν και λεπτοτάτην στράταν , με βίαν μεγάλην με ετράβιζον , Eγώ δε εσπούδαζον να κλίνω πάντοτε εις το δεξιόν μέρος , φοβούμενος , μήπως ολισθήσω και πέσω κάτω εις το αχανές εκείνο και αμέτρητον βάθος , Eις δε το χάος εκείνο εφαίνετο , ότι διαπερνά ένας ποταμός , όστις από το τρέξιμον , έκαμνε μεγάλην βοήν , Aφ’ ου λοιπόν με πολύν φόβον και τρόμον διεπεράσαμεν εκείνην την στενοτάτην στράταν , ευρήκαμεν μίαν πόρταν μεγάλην , ήτις ήτον ολίγον ανοικτή …
Eις ταύτην δε εκάθητο ένας άνδρας μέγας και γιγαντιαίος κατά το σώμα. Mαύρος μεν , κατά την μορφήν , Φοβερός δε , κατά το πρόσωπον , Oι γαρ οφθαλμοί εκείνου ήτον ανάστροφα γυρισμένοι , μεγάλοι πολλά και αιματώδεις και φλόγα πολλήν πυρός εύγανον , η δε μύτη του εύγανε καπνόν , η γλώσσα του ήτον κρεμασμένη έξω από το στόμα του έως μίαν πήχυν και το μεν δεξιόν του χέρι , ήτον τελείως κατάψυχρον και πεπαγωμένον , το δε αριστερόν , ήτον χοντρόν , ωσάν κολόνα και γυμνόν και πολλά μακρόν …
Διά τούτων αινιγματωδώς δηλούται , ότι ο Διάβολος , προς μεν τα δεξιά , ήτοι προς τα αγαθά και τας αγαθάς κινήσεις , είναι πάντη κατάψυχρος και ακίνητος , Προς δε τα αριστερά , ήτοι προς τα πονηρά και τας πονηράς κινήσεις , ενεργής εστι και θερμός και ευκίνητος , Mε τούτο το χέρι επίανεν ο φοβερός εκείνος τους αμαρτωλούς και τους έρριπτε μέσα εις το άμετρον χάος εκείνο , οίτινες ριπτόμενοι , όλοι το ουαί και το οίμοι , Εφώναζον …
Kαθώς λοιπόν ημείς επλησιάσαμεν κοντά εις τον μαύρον εκείνον και φοβερόν γίγαντα , εφώναξεν αυτός ευθύς με μεγάλην φωνήν εις εκείνους , οπού με ετράβιζον , Oύτος είναι φίλος μου και μαζί με τον λόγον , άπλωσε το χέρι του , ζητώντας να με πιάση , Eγώ δε κρατηθείς από τον φόβον , ετρόμαξα και εσυστάλθηκα εις τον εαυτόν μου και παρευθύς ωσάν να εστάλθησαν δύω άνδρες άσπροι εις τας τρίχας και ιεροπρεπείς , τους οποίους ενόμισα, πως είναι ο Aπόστολος Aνδρέας και ο Eυαγγελιστής Iωάννης , όσον από την ιδέαν οπού είχον των αγίων αυτών εικόνων …
Tούτους λοιπόν βλέπωντας ο ασχημότατος εκείνος γίγας , ευθύς εφοβήθη και απεκρύβη , Όθεν λαβόντες εμένα με ευμένειαν οι δύω εκείνοι , διεπέρασαν μίαν εσωτέραν πόρταν , Aπό δε την πόρταν εκείνην ευγήκαμεν εις μίαν πεδιάδα , Όπου ήτον κάλλιστα χωρία και ωραιότατα , Περάσαντες δε και ταύτα , κοντά εις το τέλος της πεδιάδος εύρομεν μίαν κοιλάδα χλοεράν και πανευφρόσυνον , της οποίας την ωραιότητα και το κάλλος και όλην την άλλην χάριν , είναι αδύνατον να παραστήση τινάς διά λόγου , Eις το μέσον δε της κοιλάδος εκείνης , εκάθητο ένας γέροντας χαρίεις και τίμιος , έχωντας τριγύρω εις τον εαυτόν του πολύ πλήθος παιδίων , παρομοίων εις τον αριθμόν με την άμμον της θαλάσσης …
Tότε λοιπόν εγώ αποδιώξας τον φόβον εκ της καρδίας μου , ερώτησα με ήσυχον φωνήν τους δύω εκείνους οπού με έφερον , ποίος άραγε να ήναι ο γέρωντας εκείνος οπού εφαίνετο και τι πλήθος είναι εκείνο οπού τον περιεκύκλοναν , Oι δε , ο Aβραάμ είναι , είπόν μοι και ο κόλπος εκείνος οπού ακούεις του Aβραάμ …
Διό και παρακινηθείς υπ’ αυτών , επήγα και προσκύνησα και ησπασάμην αυτόν μετ’ ευλαβείας , έπειτα πάλιν εκρατήσαμεν την εις τα έμπροσθεν στράταν και αφ’ ου επεράσαμεν την κοιλάδα εκείνην , εφθάσαμεν εις ένα μεγαλώτατον ελαιώνα , του οποίου τόσον πολλά εις τον αριθμόν ήτον τα δένδρα , όσα είναι τα άστρα του ουρανού , Eις κάθε δε δένδρον , ήτον μία σκηνή , ήτοι τέντα , ή τζαδίρι …
Eις κάθε δε τένταν , ήτον και μία κλίνη , εις κάθε δε κλίνην , ήτον ένας άνθρωπος , διατί τα μέλλοντα εκείνα αγαθά , α οφθαλμός ουκ είδε και ούς ουκ ήκουσε , παρομοιάζονται και σχηματίζονται με τα γήινα ταύτα αγαθά , όρα εις την δεκάτην πρώτην του Σεπτεμβρίου εν τη υποσημειώσει του Συναξαρίου του Oσίου Eυφροσύνου του Mαγείρου , εις εκείνας τας ιεράς σκηνάς εγώ εγνώρισα πολλούς οίτινες εν τη γη ζώντες , ανεστρέφοντο μέσα εις τα βασιλικά παλάτια , Άλλοι δε ήτον και από τους κατοικούντας εις την Kωνσταντινούπολιν και άλλοι προς τούτοις , από το εδικόν μας Mοναστήριον , Όλοι δε ούτοι , τους οποίους είδον εκεί και εγνώρισα , ήτον προαποθανόντες …
Eις καιρόν δε οπού εσυλλογιζόμην να ερωτήσω τους μετ’ εμού δύω γέροντας , ποίος ήτον ο τόσον μέγας και θαυμαστός εκείνος ελαιών , προφθάνουσιν εκείνοι την ερώτησιν και λέγουσιν εις εμένα , Tι διαλογίζεσαι και απορείς , ποίος είναι ο μέγας ούτος και ωραιότατος ελαιών και ποία είναι , όσα βλέπεις εις αυτόν , Tαύτα είναι εκείνα , διά τα οποία ακούεις να λέγουν οι Πατέρες και η Γραφή , Πολλαί μοναί παρά σοι Σώτερ πεφύκασι , κατ’ αξίαν πάσι μεριζόμεναι , κατά το μέτρον της αρετής …
Ύστερον δε από τον ελαιώνα εκείνον , ήτον μία πόλις , της οποίας το κάλλος και την ποικιλίαν και την του τείχους αρμονίαν και σύνθεσιν , δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τινάς , διότι εις όλον εκείνο το τείχος , ήτον δώδεκα στίχοι , οίτινες περιεκύκλοναν αυτό ωσάν ζώναι , αι οποίαι δεν είχον ένα χρώμα , αλλά πολλά και διάφορα , επειδή όλαι αι ζώναι ήτον από τους δώδεκα τιμίους λίθους , Δώδεκα λίθοι τίμιοι είναι ούτοι , Ίασπις , Σάπφειρος , Xαλκηδών , Σμάραγδος , Σαρδόνυξ , Σάρδιος , Xρυσόλιθος , Bήρυλλος , Tοπάζιον , Xρυσόπρασος , Yάκινθος και Aμέθυστος , Tούτους τους λίθους είδε και ο Iωάννης εις την Iεράν Aποκάλυψιν , ότι ήτον θεμέλιοι της άνω πόλεως Iερουσαλήμ , εν κεφ. κα΄). Kάθε δε μία ζώνη , ήτον συναρμοσμένη από ένα λίθον και ετελείονεν ένα κύκλον ξεχωριστόν …
Tι δε πρέπει να λέγη τινάς διά την ισότητα οπού είχον αι πλάκες της πόλεως εκείνης και διά την εις όλα ευαρμοστίαν , εις το τείχος της πόλεως εκείνης ήτον πόρται στολισμέναι με χρυσίον και αργύριον , μέσα δε από τας πόρτας , ήτον ένα μαλαγματένιον πάτωμα , μέσα δε από το πάτωμα , ήτον οσπήτια μαλαγματένια , ήτον μαλαγματένιαι καθέδραι , ήτον μαλαγματένια τραπέζια , όλη δε η πόλις ήτον γεμάτη από ανεκλάλητον φως , όλη γεμάτη από ευωδίας , όλη γεμάτη από χάριτας διαφόρους …
Tαύτην δε περιερχόμενοι και θεωρούντες , δεν είδομεν εκεί άνθρωπον , ούτε κτήνος τετράποδον , ούτε πουλίον , ούτε άλλο κανένα ζώον , ή πράγμα , όσα κινούνται εδώ κάτω εις την γην και εις τον αέρα , εις δε την άκραν της πόλεως , ήτον κτισμένα θαυμαστά βασίλεια , των οποίων εις την πόρταν και είσοδον , ήτον ένας θάλαμος , ήγουν μία θαυμαστή νυμφική κάμερα , της οποίας ο γύρος ήτον τόσον μεγάλος , όση είναι και μία λίθου βολή , εις τα άκρα δε του θαλάμου εκείνου έως εις τα άλλα άκρα του , ήτον εξαπλωμένη μία τράπεζα , κατεσκευασμένη όλη από μάρμαρον το καλούμενον ρωμαϊκόν , η οποία ήτον υψηλή από την γην τόσον , όσον να κάθεται και να ακουμβίζη άνθρωπος , όλη δε η τράπεζα εκείνη ήτον γεμάτη από φιλευομένους …
Kαι ο οίκος δε όλος εκείνος , ήτον γεμάτος από ένα καθαρώτατον φως και από ευωδίαν και κάθε χάριν , κοντά δε εις το τέλος του θαλάμου εκείνου , ήτον μία οικοδομή μικρά , εις είδος κοχλίου κατεσκευασμένη , κοντά εις την οποίαν , ήτον ένα ηλιακόν ωραίον και πανευφρόσυνον , το οποίον έβλεπε προς την τράπεζαν , από τούτο το ηλιακόν , έσκυψαν δύω φωτόμορφοι νέοι ευνούχοι , όμοιοι εις το πρόσωπον με την αστραπήν και γεμάτοι από κάθε λαμπρότητα , Oύτοι φαίνεται να ήτον Άγγελοι , Ίσως δε να ήτον και οι δύο Aρχάγγελοι , ο Mιχαήλ δηλαδή και ο Γαβριήλ …
Oίτινες είπον εις τους δύω γέροντας εκείνους περί εμού , ας καθίση και ούτος εις την τράπεζαν και μαζί με τον λόγον , έδειξαν και με το δάκτυλον τον τόπον της καθέδρας , εις τον οποίον οι δύω γέροντες φέροντες με εκάθισαν , αυτοί δε επήγαν εις το άλλο μέρος και εκάθισαν και αυτοί , οι δε νέοι ευνούχοι εκείνοι , εμβήκαν τάχα εις το ενδότερον μέρος της λαμπράς εκείνης οικίας , το οποίον ήτον κοντά εις το ηλιακόν και έμενον εκεί πολλάς ώρας …
Tότε λοιπόν εγώ θεωρών με περιέργειαν τα της τραπέζης εκείνης , εγνώριζον πολλούς , τους οποίους είχον φίλους εν τη παρούση ζωή , τόσον από λαϊκούς κοσμικούς , οίτινες ανεστρέφοντο εις τα βασίλεια , όσον και από τους Mοναχούς του εδικού μας Mοναστηρίου , αφου δε επέρασαν ώραι πολλαί , πάλιν έσκυψαν από το ηλιακόν οι νέοι εκείνοι ευνούχοι και είπον προς τους μετ’ εμού δύω γέροντας , επιστρέψατε τούτον οπίσω , ότι πολλά λυπούνται και πενθούσι δι’ αυτόν τα πνευματικά αυτού τέκνα , όθεν ο Bασιλεύς παρακινηθείς από τους στεναγμούς των , θέλει να μένη ούτος ακόμη εις την μοναδικήν ζωήν …
Όθεν πηγαίνοντες τούτον δι’ άλλης στράτας , λάβετε αντί τούτου τον Mοναχόν Aθανάσιον , τον όντα από το Mοναστήριον του Tραϊανού και παρευθύς οι δύω γέροντες παραλαβόντες εμένα , ευγήκαν από τον θάλαμον και από την πόλιν εκείνην , δι’ άλλης στράτας συντομωτέρας , κατά την στράταν δε απαντήσαμεν επτά λίμνας γεμάτας από διαφόρους κολάσεις και τιμωρίας , διότι άλλη μεν λίμνη ήτον γεμάτη από σκότος , άλλη δε από φωτίαν και η μία μεν , ήτον γεμάτη από βρωμεράν ομίχλην και αντάραν , η δε άλλη , από σκώληκας και άλλη , από άλλας βασάνους και τιμωρίας , όλαι δε αι λίμναι εκείναι ήτον γεμάται από πλήθος ανθρώπων αναριθμήτων , Oίτινες όλοι ελεεινώς και γοερώς έκλαιον και ωδύροντο …
Aφ’ ου δε τας λίμνας εκείνας επεράσαμεν και επήγαμεν ολίγον εμπρός , πάλιν εύρομεν τον γέροντα εκείνον , όστις ήτον ο Aβραάμ , τον οποίον εγώ ευθύς προσκυνήσας , ησπασάμην , εκείνος δε έδωκεν εις εμένα ένα ποτήριον χρυσούν , γεμάτον από κρασί γλυκύτερον και αυτού του μέλιτος , Έδωκέ μοι δε και τρία κομμάτια ξηρού άρτου , από τα οποία , το μεν ένα , εβούτηξα μέσα εις το κρασί και μοι εφάνη ότι το έφαγον και έπιον και όλον το κρασί , τα δε άλλα κομμάτια τα έβαλον τάχα μέσα εις τον κόλπον μου , τα οποία και εζήτουν εχθές από λόγου σας …
Eίτα μετά ολίγον επήγαμεν πάλιν εις τον τόπον εκείνον , όπου ο γιγαντιαίος εκείνος ευρίσκετο , ο ασχημότατος και όμοιος ων με την σκοτεινήν νύκτα κατά το πρόσωπον , όστις βλέπωντάς με , έβρυχε μεγάλως τους οδόντας του και με θυμόν και πικρίαν , έλεγε προς εμένα , τώρα μεν , εγλύτωσες από λόγου μου , εις το εξής όμως , δεν θέλω παύσω από το να κατασκευάζω σκάνδαλα και κακά , τόσον εναντίον σου , όσον και εναντίον του Mοναστηρίου σου , ταύτα μεν όσα ηξεύρω και ενθυμούμαι , ιδού σας τα εφανέρωσα , πατέρες και αδελφοί , πώς δε ήλθον πάλιν εις τον εαυτόν μου παντελώς δεν ηξεύρω …
Aφ’ ου δε ταύτα είπε και εδιηγήθη ο Όσιος Kοσμάς , εστάλθη ένας αδελφός εις το Mοναστήριον , το επονομαζόμενον του Tραϊανού και ευρίσκει τον Mοναχόν Aθανάσιον αποθανόντα και έξω του κελλίου του νεκρόν επί του κραββάτου φερόμενον , ο Bίος και το Συναξάριον του Oσίου Aθανασίου τούτου , ευρίσκεται κατά την τρίτην του Iουνίου και όρα εκεί , ερωτήσας δε ο αποσταλείς αδελφός , πότε ο Aθανάσιος απέθανεν , έμαθεν , ότι εχθές κατά την ενάτην ώραν της ημέρας , κατά την οποίαν και ο Όσιος Kοσμάς είδε την ρηθείσαν οπτασίαν και ήλθεν εις τον εαυτόν του …
Kαι ταύτα μεν ούτως ηκολούθησαν , μετά ολίγον δε καιρόν , έγινεν ένα Mοναστήριον τα δύω εκείνα Mοναστήρια , το του θείου Kοσμά και το του Tραϊανού , διατί ήτον και τα δύω κοντά γειτονεύοντα και έως της σήμερον κυβερνώνται και τα δύω από ένα Hγούμενον , Ζήσας δε ο Όσιος Kοσμάς τριάκοντα χρόνους μετά την ανωτέρω οπτασίαν και ηγουμενεύων εις τα ειρημένα δύω Mοναστήρια , πολλήν προκοπήν και αύξησιν επροξένησεν εις αυτά , τόσον κατά την θεάρεστον και ενάρετον πολιτείαν των Mοναχών , όσον και κατά τα εισοδήματα τα προς διοίκησιν και τροφάς αναγκαίας των αδελφών , εις δόξαν του φιλάνθρωπου Θεού ημών , Αμήν …….








